Τι προβλέπεται πλέον για τις συλλογικές συμβάσεις και την προσφυγή στον ΟΜΕΔ

Νόμος του κράτους είναι πλέον οι νέες ρυθμίσεις που αφορούν την εξαίρεση των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας από τους όρους των κλαδικών συμβάσεων εργασίας και καθιερώνουν για πρώτη φορά τη δυνατότητα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας για τις απεργίες -η οποία προκάλεσε την έντονη αντίδραση των συνδικάτων- καθώς και τη δημιουργία ηλεκτρονικού συνδικαλιστικού μητρώου για τις εργοδοτικές οργανώσεις και τα συνδικάτα των εργαζομένων.

Με τις νέες ρυθμίσεις εισάγεται στη νομοθεσία των ατομικών εργασιακών σχέσεων και ένα μίγμα πρόσθετων μέτρων που στοχεύουν στην ενίσχυση της πλήρους απασχόλησης και στη νομική διασφάλιση των εργαζομένων από την «γκρίζα ζώνη της απλήρωτης εργασίας», η οποία ταλαιπωρεί χιλιάδες απασχολούμενους.

Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά εισάγεται στο δίκαιο των ατομικών εργασιακών σχέσεων στις περιπτώσεις της απλήρωτης δουλειάς, «χρονικό όριο» δύο μηνών μέσα στο οποίο, εάν δεν καταβληθούν οι αποδοχές στον εργαζόμενο, τότε αυτό θα θεωρείται ως «μονομερής, εκ μέρους του εργοδότη, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας».

Μία από τις βασικές αλλαγές που εισάγουν στο εργατικό δίκαιο οι ρυθμίσεις του νέου νόμου 4635/2019 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης είναι η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και ως έσχατο μέσο επίλυσης των εργατικών διαφορών.

Επίσης, οι νέες ρυθμίσεις προσαυξάνουν κατά 12% την αμοιβή στη μερική απασχόληση για κάθε ώρα επιπλέον δουλειάς από τη συμφωνημένη και διαμορφώνουν νέο πλαίσιο ποινών στην ανασφάλιστη και υποδηλωμένη εργασία, το οποίο περιλαμβάνει εκπτώσεις στα χρηματικά πρόστιμα, όταν ο εργοδότης που απασχολούσε ανασφάλιστο εργαζόμενο αποδεχθεί μέσα σε 10 ημέρες να τον προσλάβει με σύμβαση πλήρους απασχόλησης, η οποία θα έχει διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους.

Ποιες εξαιρούνται

Στα 22 άρθρα του νόμου «4635/2019, επενδύω στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις», που είναι της αρμοδιότητας του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, διαμορφώνονται διαφορετικά επίπεδα εξαιρέσεων των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας από τους όρους των κλαδικών συμβάσεων εργασίας. Δηλαδή, ο νόμος προβλέπει ότι για τις επιχειρήσεις αυτές δεν θα έχουν ισχύ οι αρχές της επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων και της συρροής, αλλά θα υπερισχύει η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας. Επίσης, ο νόμος προβλέπει ότι η κάθε περίπτωση επιχείρησης που αντιμετωπίζει προβλήματα θα αντιμετωπίζεται ξεχωριστά με κριτήρια που θα προσδιοριστούν από τις υπό έκδοση υπουργικές αποφάσεις, ενώ αναφέρει ρητά ότι θα υπάρχουν και συγκεκριμένα μέτρα προστασίας των θέσεων εργασίας.

* Εξαίρεση από συρροή: Το άρθρο 55 του νόμου ορίζει ότι εάν η σχέση εργασίας του εργαζόμενου ρυθμίζεται από περισσότερες από μία ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τότε εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή σύμβαση για τον εργαζόμενο. Όμως, στην παράγραφο 2 του άρθρου 55 αναφέρεται ρητά ότι: «Κατ’ εξαίρεση στις περιπτώσεις επιχειρήσεων, που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης, η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει της κλαδικής». Σε αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τον νέο νόμο, προβλέπεται ότι με απόφαση του υπουργού Εργασίας και έπειτα από γνώμη της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, εξειδικεύονται οι περιπτώσεις των επιχειρήσεων που εξαιρούνται και καθορίζεται κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης, ιδίως για τη λήψη μέτρων προστασίας των υφιστάμενων θέσεων εργασίας, ειδικώς για κάθε επιχείρηση.

* Εξαίρεση από επέκταση: Το άρθρο 56 του νόμου αφορά τις περιπτώσεις εκείνες που μια επιχείρηση μπορεί να εξαιρεθεί από την επέκταση μιας κλαδικής σύμβασης ή ακόμη και μιας απόφασης της διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Συγκεκριμένα, ορίζει ότι από την επέκταση μια τέτοιας σύμβασης μπορούν να εξαιρεθούν «οι επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης».

* Ειδικές κατηγορίες: Με τον νέο νόμο δίνεται η δυνατότητα στους ίδιους τους κοινωνικούς εταίρους, όταν πρόκειται να υπογράψουν μια σύμβαση, να εξαιρούν τις επιχειρήσεις που κινδυνεύουν με λουκέτο. Ως τέτοιες περιπτώσεις αναφέρονται οι επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού σκοπού και επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως κατ’ εξοχήν επιχειρήσεις σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή συνδιαλλαγής ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή εξυγίανσης.

Προσφυγή στη διαιτησία

Σύμφωνα με το άρθρο 57 του νόμου, είναι δυνατή η προσφυγή στη διαιτησία μονομερώς από οποιοδήποτε μέρος -εργαζόμενοι ή εργοδότες- μόνο ως έσχατο και επικουρικό μέσο επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας. Ο νόμος ορίζει ότι η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία (Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας – ΟΜΕΔ) επιτρέπεται μόνον στις εξής περιπτώσεις:
α) εάν η συλλογική διαφορά αφορά επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
β) εάν η συλλογική διαφορά αφορά τη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας και αποτύχουν οριστικά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και η επίλυσή της επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας.

Αποτυχία διαπραγματεύσεων

Σύμφωνα με το άρθρο 57 (παρ. 2,β), ως οριστική αποτυχία των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών θεωρείται ότι υπάρχει εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
1. έληξε η ισχύς τυχόν υπάρχουσας συλλογικής σύμβασης εργασίας
2. και έχει εξαντληθεί κάθε άλλο μέσο συνεννόησης και συνδικαλιστικής δράσης, ενώ το μέρος που προσφεύγει μονομερώς στη διαιτησία συμμετείχε στη διαδικασία μεσολάβησης και αποδέχθηκε την πρόταση μεσολάβησης. Η αίτηση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία πρέπει να περιέχει και πλήρη αιτιολογία σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τη δικαιολογούν, η δε διαιτητική απόφαση που εκδίδεται επί αυτής είναι άκυρη εάν δεν περιέχει και πλήρη αιτιολογία σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που δικαιολογούν τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία.

Απλήρωτη εργασία

Το θέμα της απλήρωτης δουλειάς για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, απασχολούσε και απασχολεί χιλιάδες εργαζόμενους. Μέχρι χθες δεν υπήρχε στη νομοθεσία κανένας χρονικός προσδιορισμός. Δηλαδή, έπειτα από πόσους μήνες μη καταβολής δεδουλευμένων προκύπτει με αποκλειστική ευθύνη του εργοδότη ότι υπάρχει «βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας» εις βάρος του εργαζόμενου.

Στο ζήτημα αυτό το υπουργείο Εργασίας προχώρησε σε τροποποίηση νόμου του 1920. Έτσι, ο νέος νόμος στο άρθρο 58 ορίζει ρητά ότι: «Θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των δύο (2) μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης». Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, εάν περάσουν δύο μήνες χωρίς την καταβολή δεδουλευμένων στον εργαζόμενο, τότε αυτός, ανεξάρτητα από την αιτία που θα προβάλει ο εργοδότης μπορεί να προχωρήσει σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας και να ζητήσει την αποζημίωσή του.

Υπερωρίες

Σύμφωνα με το άρθρο 59 του νόμου, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας για μερική απασχόληση ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική. Αν παρασχεθεί εργασία πέραν της συμφωνημένης, ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση δώδεκα τοις εκατό (12%) επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας που θα παράσχει.

Πηγή: m.naftemporiki.gr