Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Με το νόμο 4548/2018, (όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4587/2018) αναμορφώθηκε το δίκαιο των εμπορικών εταιρειών και ιδίως το δίκαιο των Ανωνύμων Εταιριών, ύστερα από σχεδόν ένα αιώνα από τη θέση σε ισχύ του γνωστού νόμου 2190/1920. Η επιλογή του νομοθέτη για σύνταξη ενός νέου νόμου αντί της τροποποίησης του προϋφιστάμενου, υποκινήθηκε κυρίως από την ευρεία έκταση των αλλαγών που επήλθαν αλλά και από την αναγκαιότητα ρύθμισης μικρότερης εμβέλειας ζητημάτων, τα οποία όμως έχουν σημαντική επίδραση στον τρόπο λειτουργίας των εμπορικών εταιρειών.
Σε αυτό το πλαίσιο θα επιχειρηθεί μια συγκριτική επισκόπηση του νέου καθεστώτος με το προϋφιστάμενο, με έμφαση στις νέες τροποποιήσεις που έχουν επέλθει και με τις οποίες πρέπει να εναρμονιστούν και να εξοικειωθούν οι εταιρείες.

ΙΙ. Νομοθετικές Μεταρρυθμίσεις στις Ανώνυμες Εταιρείες.
Ο νέος νόμος περί ανωνύμων εταιρειών τίθεται σε εφαρμογή από 1.1.2019, ενώ προβλέπονται και μεταβατικές διατάξεις για ορισμένα ζητήματα.

1. Κεφάλαιο Α.Ε.
Μία από τις αλλαγές που επέρχονται με το νέο νόμο αφορά το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο των ΑΕ το οποίο αυξάνεται από 24.000€ σε 25.000€, όπως επιβάλλει και η οδηγία 1132/2017.

Αξίζει να επισημανθεί ωστόσο ότι η εν λόγω αύξηση του ελάχιστου ποσού μετοχικού κεφαλαίου συνοδεύθηκε από τη μείωση της ελάχιστης ονομαστικής αξίας των μετοχών. Πλέον, η ονομαστική αξία των μετοχών Ανωνύμων Εταιρειών δεν μπορεί να ορισθεί σε ποσό κατώτερο των 0,04€ (μέχρι τώρα ήταν 0,30€) ούτε ανώτερο των 100€.

Σε περίπτωση που οι μετοχές Ανωνύμων Εταιρειών αποκτώνται με εισφορές σε είδος, καταργείται πλέον η προϋπόθεση της εκτίμησης αυτών με γνωμοδότηση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων (του παλιού άρθρου 9) του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης. Η αποτίμηση των εισφορών εις είδος και η έκδοση της σχετικής έκθεσης αποτίμησης γίνεται εφεξής (εκτός από δύο ορκωτούς ελεγκτές λογιστές) και από ελεγκτική εταιρεία ή από δύο ανεξάρτητους πιστοποιημένους εκτιμητές.

Νέο σύστημα επίσης εισάγεται με το νέο νόμο αναφορικά με την πιστοποίηση καταβολής του κεφαλαίου (κατά τη σύσταση της εταιρείας ή κατόπιν αύξησης). Παρότι με το νέο νόμο συρρικνώνεται η εποπτεία της Διοίκησης, η οποία μέχρι πρότινος διατηρούσε τη δυνατότητα ασκήσεως ελέγχου για το αν καταβλήθηκε το ποσό του κεφαλαίου, η διαδικασία πιστοποίησης γίνεται βάσει νόμου αυστηρότερη, εισάγοντας ως κανόνα ότι η πιστοποίηση της καταβολής του κεφαλαίου θα πραγματοποιείται πλέον από ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρία. Ο κανόνας αυτός κάμπτεται μόνο στην περίπτωση πολύ μικρών ή μικρών εταιριών που είναι μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, στις οποίες η πιστοποίηση καταβολής εξακολουθεί να μπορεί να διενεργείται από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας.

Μια από τις σημαντικότερες μεταβολές, με την έννοια ότι «θίγει» τον ίδιο τον πυρήνα της ΑΕ, αποτελεί η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών. Ήδη από τη δημοσίευση του Ν. 4548/2018 στο ΦΕΚ, την 13.06.2018, καμία ΑΕ δε δύναται να εκδώσει ανώνυμες μετοχές. Όσες ΑΕ είχαν τις μετοχές τους (κάποιες ή όλες) ανώνυμες ήδη πριν τη δημοσίευση του νόμου, υποχρεούνται να προχωρήσουν σε ονομαστικοποίηση τους μέχρι την 1.1.2020.

Θα πρέπει ωστόσο να λεχθεί ότι η κατάργηση των ανωνύμων μετοχών, οι οποίες παραδοσιακά ήταν συνδεδεμένες με το πλεονέκτημα της ευχερέστερης μεταβίβασής τους, δεν αναμένεται να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές στην πράξη. Πράγματι, από το 1997 και μετά η μεταβίβαση της ανώνυμης μετοχής προϋπέθετε την κατάθεση του σχετικού εγγράφου στην αρμόδια ΔΟΥ αλλοιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον χαρακτήρα της ανώνυμης μετοχής ως ανώνυμου τίτλου που μεταβιβάζεται με απλή συμφωνία και παράδοση. Στη συνέχεια, αντί της ανωτέρω διαδικασίας, προβλέφθηκε η υποχρέωση της δήλωσης της μεταβίβασης των μετοχών μέσω της φορολογικής δήλωσης.

Παρ’ όλα αυτά η απόφαση για ονομαστικοποίηση των μετοχών λήφθηκε με αφορμή την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 849/2015 στην Ελληνική έννομη τάξη με την ψήφιση του νόμου 4557/2018 αναφορικά με την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, κατά την ψήφιση του νόμου 4548/2018 για τις Α.Ε. λήφθηκε υπόψη η πρόταση του νομοσχεδίου του Ν. 4557/2018, βάσει της οποίας οι ανώνυμες μετοχές εταιρειών μη εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά μεταβιβάζονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, πράγμα που ουσιαστικά καθιστούσε χωρίς πρακτική σημασία τον χαρακτηρισμό της μετοχής ως «ανώνυμης». Είναι σαφές ότι μετά την κατάργηση των ανωνύμων μετοχών, η ανωτέρω διάταξη αναφορικά με τις προϋποθέσεις μεταβίβασής τους, θα εφαρμόζεται μόνο για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι ανώνυμες μετοχές θα συνεχίσουν να υπάρχουν, ήτοι μέχρι 1.1.2020.

2. Κατηγορίες τίτλων
Μία άλλη βασική καινοτομία του νέου νόμου είναι η διεύρυνση των κατηγοριών τίτλων που μπορεί να εκδώσει μια Ανώνυμη Εταιρεία. Βάσει του άρθρου 33 του νέου νόμου μια ανώνυμη εταιρεία μπορεί να εκδώσει μετοχές (και με διαφορετική ονομαστική αξία), ιδρυτικούς τίτλους, ομολογίες καθώς και τίτλους κτήσης μετοχών. Για πρώτη φορά λοιπόν επεκτείνεται και στις Ανώνυμες Εταιρείες το δικαίωμα έκδοσης τίτλων κτήσης μετοχών (warrants), το οποίο προβλέφθηκε αρχικώς στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Πρόκειται ουσιαστικά για τίτλους που δίνουν το διαπλαστικό δικαίωμα απόκτησης μετοχών στον δικαιούχο τους. Με την άσκηση δικαιώματος κτήσης επέρχεται αύξηση του κεφαλαίου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση έκδοσης των τίτλων.

Θα πρέπει περαιτέρω να διευκρινισθεί ότι, όπως και κατά το προγενέστερο δίκαιο εξακολουθεί να μην είναι επιτρεπτή η έκδοση «υβριδικών» τίτλων, δηλαδή τίτλων που δεν υπάγονται σε κανένα από τα υπάρχοντα είδη τίτλων βάσει των χαρακτηριστικών τους. Παρ’ όλα αυτά ο νέος νόμος δίνει ορισμένες πρόσθετες δυνατότητες, οι οποίες είναι δυνατό να καταλήξουν στη δημιουργία τέτοιων τίτλων. Συγκεκριμένα δίνεται η δυνατότητα χωριστής διάθεσης δικαιωμάτων που απορρέουν από τίτλους, όπως της απαιτήσεως απόληψης κερδών, τόκων, χρεολυσίων καθώς και άλλων αυτοτελών περιουσιακών δικαιωμάτων που γεννώνται από τους τίτλους. Περαιτέρω, ο νέος νόμος δίνει πλέον την δυνατότητα σε Ανώνυμες Εταιρείας να προβλέψουν στο καταστατικό τους ρυθμίσεις βάσει των οποίων η κτήση ορισμένων κατηγοριών τίτλων είναι δυνατή μόνο με την κτήση κάποιας άλλης κατηγορίας τίτλων. Το ίδιο μπορεί να προβλεφθεί και αναφορικά με την μεταβίβαση και επιβάρυνση ορισμένων κατηγοριών τίτλων, ότι δηλαδή θα μεταβιβάζονται ή θα επιβαρύνονται μόνο από κοινού.

Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί ότι ο νέος νόμος αναδιαμορφώνει πλήρως το καθεστώς τίτλων που προϋπήρχαν και στο νόμο 2190/1920, όπως είναι οι ομολογίες. Πιο συγκεκριμένα, όταν μια ΑΕ εκδίδει ομολογιακό δάνειο, προβαίνει στην έκδοση ενσώματων ή άυλων, ονομαστικών ή ανώνυμων ομολογιών (με εξαίρεση τις μετατρέψιμες σε μετοχές που είναι πάντα ονομαστικές). Ο νέος νόμος δίνει σαφή υπόσταση στη Συνέλευση των Ομολογιούχων, η συγκρότηση της οποίας σε κάποιες περιπτώσεις είναι υποχρεωτική, όπως σε περίπτωση δανείου που εισάγεται σε ρυθμιζόμενη αγορά.

3. Γενική Συνέλευση
Προχωρώντας στην ανάλυση των τροποποιήσεων που επέφερε ο νέος νόμος στην οργανική συγκρότηση των Ανωνύμων Εταιρειών είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι ο γνωστός επιμερισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο βασικών οργάνων της Α.Ε., της Γενικής Συνελεύσεως και του Διοικητικού Συμβουλίου, διατηρήθηκε ως είχε, με κάποιες όμως σημαντικές τροποποιήσεις ως προς τον τρόπο λειτουργίας τους. Οι τροποποιήσεις αυτές σκοπούν στο να προσδώσουν ευελιξία και να επιταχύνουν τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων.

Ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της σκοπιμότητας αποτελεί η κατάργηση της υποχρεωτικής παρουσίας του συμβολαιογράφου και της προσυπογραφής του Πρακτικού από αυτόν σε περίπτωση παράστασης μόνο ενός μετόχου σε ΓΣ. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι για πρώτη φορά προβλέφθηκε η δυνατότητα λήψεως αποφάσεων χωρίς συνεδρίαση της Γενικής Συνελεύσεως, και ως εκ τούτου χωρίς να απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων απαρτίας. Σημειωτέον ότι δεν είναι δυνατή η εν λόγω διαδικασία όταν πρέπει να ληφθεί απόφαση επί θεμάτων που άπτονται της αρμοδιότητας της τακτικής ΓΣ.

Περαιτέρω, η γνωστή βάσει του Ν. 2190/1920 διαδικασία λήψεως απόφασης από τους μετόχους βάσει του «πρακτικού δια περιφοράς», δίχως να μεσολαβήσει συνεδρίαση, αναδιαμορφώνεται καθώς προβλέπεται ρητώς η δυνατότητα αντικατάστασης υπογραφών στο εν λόγω πρακτικό με ανταλλαγή e-mail ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν υπάρχει ρητή καταστατική πρόβλεψη.

Ένα επιπρόσθετο σημείο στο οποίο πρέπει να δοθεί έμφαση αφορά τα δικαιώματα των μετόχων της μειοψηφίας. Ο νέος νόμος σε μια προσπάθεια ενδυνάμωσης των εν λόγω δικαιωμάτων αφενός μείωσε τα απαιτούμενα ποσοστά για την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων, όπως στην περίπτωση του δικαιώματος πληροφόρησης από το Δ.Σ. για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, όπου το σχετικό ποσοστό μειώθηκε από 1/5 υπό το προηγούμενο καθεστώς σε 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου. Αφετέρου, για πρώτη φορά προβλέφθηκε ότι τα δικαιώματα μειοψηφίας μπορούν να ασκηθούν και από ενώσεις μετόχων, ενθαρρύνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την συλλογική δράση των μετόχων.

4. Διοικητικό Συμβούλιο
Αντίστοιχη απλοποίηση του τρόπου λήψεως αποφάσεων προβλέπει ο νέος νόμος και αναφορικά με την λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου. Εισαγωγικώς, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι όσον αφορά στον αριθμό των μελών του ΔΣ, ο οποίος προσδιορίζεται στο καταστατικό, ο νέος νόμος διατηρεί το ελάχιστο όριο των 3 μελών αλλά προσθέτει και μέγιστο όριο 15 μελών. Μια από τις καινοτόμες ρυθμίσεις του νέου νόμου είναι η καταστατική πρόβλεψη για μονομελές διοικητικό όργανο εκπροσώπησης και διαχείρισης, τον Σύμβουλο-Διαχειριστή, ο οποίος είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο και εκλέγεται από τη ΓΣ. Διευκρινίζεται ωστόσο ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται μόνο για μικρές ή πολύ μικρές Ανώνυμες Εταιρείες, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν για την περίπτωση της πιστοποίησης καταβολής κεφαλαίου από το Δ.Σ. Η ανωτέρω ρύθμιση έχει μεγάλη πρακτική σημασία για τις μικρές εταιρείες, στις οποίες η αναγκαιότητα διορισμού τριμελούς Δ.Σ. αποτελούσε αντικίνητρο για την επιλογή της Α.Ε. ως εταιρικού τύπου. Εκτός αυτού, στην πράξη πολλές φορές παρατηρείται ότι η διοίκηση μικρών Α.Ε. ασκείται από ένα μόνο πρόσωπο, ενώ η παρουσία των άλλων δύο μελών των Δ.Σ. είναι απλά τυπική.Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι ούτε υπό το νέο καθεστώς επιτρέπεται ο διορισμός διμελούς Δ.Σ.

Επιπλέον, ο διορισμός των μελών του ΔΣ εξακολουθεί να μπορεί να διενεργείται και απευθείας, από κάποιο/ους μέτοχο/ους, όχι όμως πέραν των 2/5 του προβλεπόμενου συνολικού αριθμού των μελών (αντί του 1/3 που προέβλεπε ο Ν. 2190/1920).

Μία ακόμα καινοτόμα ρύθμιση, αντίστοιχη με αυτή που αναφέραμε προηγουμένως για τις Γενικές Συνελεύσεις εισάγει το άρθρο 94 το οποίο προβλέπει ότι η κατάρτιση και υπογραφή Πρακτικού από όλα τα μέλη του ΔΣ ισοδυναμεί με απόφαση του ΔΣ, ακόμη και εάν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση. Είναι σημαντικό επίσης ότι οι υπογραφές των συμβούλων μπορούν να αντικαθίστανται με ανταλλαγή e-mail εφόσον κάτι τέτοιο προβλέπεται στο καταστατικό. Ηλεκτρονικά τέλος μπορεί να τηρείται και το ειδικό βιβλίο στο οποίο καταχωρούνται οι συζητήσεις και οι αποφάσεις του ΔΣ.

Συνυφασμένο με τη λειτουργία του Δ.Σ. είναι και το καίριο ζήτημα της έγκρισης συναλλαγών που συνάπτει η εταιρεία με συνδεδεμένα μέρη (μέλη του Δ.Σ., πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρεία και συγγενικά τους πρόσωπα). Το ζήτημα αυτό ενέχει σημαντικό βαθμό δυσκολίας καθώς για τη ρύθμισή του πραγματοποιήθηκε στάθμιση των εξής παραγόντων: Αφενός των επιχειρηματικών αναγκών των εταιρειών, οι οποίες πολλές φορές επωφελούνται από τέτοιες συναλλαγές, όπως συμβαίνει ιδίως στο επίπεδο των ενδοομιλικών συναλλαγών. Αφετέρου, της ανάγκης προστασίας της εταιρείας από συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα κατόπιν άσκησης αθέμιτης επιρροής από πρόσωπα που διοικούν ή ελέγχουν την εταιρεία. Προς το σκοπό της απλοποίησης της διαδικασίας έγκρισης των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη αποφασίσθηκε ότι αυτές θα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δ.Σ., εκτός αν το ζητήσουν μέτοχοι που εκπροσωπούν το 5% του μετοχικού κεφαλαίου, οπότε η έγκριση του σχετικού ζητήματος παραπέμπεται στην Γενική Συνέλευση. Ενόψει του γεγονότος ότι το 5% του μετοχικού κεφαλαίου θεωρείται ένα υψηλό ποσοστό, ιδίως για εταιρείες με μεγάλη διασπορά μετοχών, ελλοχεύει ο κίνδυνος το Δ.Σ. να λάβει αποφάσεις εγκρίνοντας συναλλαγές που αντίκεινται στο εταιρικό συμφέρον και ζημιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εταιρεία, δεδομένου ότι τέτοιες συναλλαγές συνήθως λαμβάνουν χώρα μεταξύ της εταιρείας και μελών του Δ.Σ. (ή συγγενικών τους προσώπων). Μάλιστα αξίζει να αναφερθεί ότι ακόμη και στην περίπτωση που το ζήτημα της παροχής άδειας συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος παραπεμφθεί εν τέλει στην Γενική Συνέλευση, είναι δυνατό στην τελευταία να συμμετέχουν και οι μέτοχοι οι οποίοι αποτελούν συνδεδεμένα μέρη, εφόσον πρόκειται για εταιρία μη εισηγμένη σε ρυθμιζόμενη αγορά (βάσει του Ν. 4587/2018).

Τέλος, σημειώνεται ότι δεν είναι δυνατή πλέον η λύση της ΑΕ με δικαστική απόφαση σε περίπτωση που το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων καταστεί κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου και η ΓΣ δε λάβει μέτρα, καθώς θεωρήθηκε καταλληλότερο η αντιμετώπιση μιας τέτοιας περίπτωσης να λάβει χώρα στο πλαίσι0 του πτωχευτικού δικαίου.

Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας τις τροποποιήσεις που επήλθαν στις εμπορικές εταιρείες, βάσει των νομοθετικών ρυθμίσεων που θεσπίσθηκαν κατά το έτος 2018, ιδίως αναφορικά με τις Ανώνυμες Εταιρείες μπορούν να γίνουν οι εξής βασικές επισημάνσεις:

Πρώτον,ο νέος νόμος 4548/2018 προωθεί σημαντικά συγκριτικά με τον προγενέστερο 2190/1920 την ελευθερία διαμόρφωσης των εταιρικών σχέσεων. Η ελευθερία αυτή εκφράζεται σε διάφορες εκφάνσεις της στο πλαίσιο του νέου νόμου, όπως είναι η διεύρυνση των κατηγοριών τίτλων που μπορεί να εκδώσει μια Α.Ε., η δυνατότητα λήψεως αποφάσεων από τη Γενική Συνέλευση εγγράφως χωρίς να λάβει χώρα σχετική συνεδρίαση των μετόχων, καθώς και η δυνατότητα διορισμού μονομελούς διοικητικού συμβουλίου (διαχειριστή) για τις μικρές ή πολύ μικρές Α.Ε. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο νέος νόμος δεν συμπεριέλαβε σχετικές διατάξεις αναφορικά με το ζήτημα των ορίων της καταστατικής ελευθερίας, αλλά και των εξωεταιρικών συμφωνιών. Υπό την ισχύ του Ν. 2190/1920, οι εξωεταιρικές συμφωνίες αποτέλεσαν και εξακολουθούν να αποτελούν ένα ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο, ιδίως όσον αφορά συμφωνίες μετόχων που παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του νόμου. Εκτός από τα λοιπά πλεονεκτήματα που προσφέρουν οι εξωεταιρικές συμφωνίες, όπως η μη δημοσίευσή τους, η κατάρτισή τους υποκινήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την μικρότερη ελευθέρια που παρείχε ο Ν. 2190/1920 ως προς τη διαμόρφωση των εταιρικών σχέσεων, οι οποίες ήταν ασφαλέστερο να αποτυπωθούν σε ένα ιδιωτικό έγγραφο παρά στο καταστατικό. Ωστόσο, με τη διεύρυνση των δυνατοτήτων καταστατικής διαμόρφωσης των εταιρικών σχέσεων που παρέχεται στο πλαίσιο της νέας νομοθεσίας, πολλά από τα ζητήματα που μέχρι σήμερα αποτελούσαν αντικείμενο εξωεταιρικής συμφωνίας θα μπορούν πλέον να συμπεριληφθούν στο καταστατικό.

Συμπερασματικά, σε θεωρητικό επίπεδο, η αναμόρφωση του εταιρικού δικαίου με το σύνολο των ανωτέρω τροποποιήσεων, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως ένα θετικό βήμα προς εκσυγχρονισμό του δικαίου μας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των νέων αλλαγών καθώς και ο βαθμός εξοικείωσης των ανωνύμων εταιρειών με αυτές είναι ζητήματα τα οποία αναμένεται να διαπιστωθούν στη πράξη.

Πηγή: forin.gr